25/12/11

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι, μύθι, μύθοι...

http://4.bp.blogspot.com/_XgigsxI3UY0/TBIitZPuIaI/AAAAAAAAAA8/w77oT_XQcJA/s1600/55764671ke5%5B1%5D.jpg



Μιά φορά κι΄έναν καιρό φυτοζωούσε σε μιά καταραμένη έως απίστευτα χρεωμένη χώρα της Βλακανικής Χαρατσονήσου ένας ταπεινός άντρας, γύρω στα δώδεκα, μπορεί και δεκατρία. Τι; Δεν είσαι με δώδεκα ή ίσως και δεκατρία, άντρας; Ε, νεαρός τότε! Ο νεαρός αυτός είχε ένα μεγάλο, αλλά καθόλου ευκαταφρόνητο πρόβλημα: Πεινούσε άγρια! Γιατί; Εδώ το πρόβλημα αρχίζει να γίνεται περίπλοκα διατροφικό, άρα μπορούμε να το πλησιάσουμε στο ευρύ κοινό μόνο με γαστρονομική περιγραφή. Ας ακούσουμε λοιπόν τι λέει ο γράφων.

Όταν λέμε "φυτοζωούσε" τι εννοούμε; Ότι η διατροφή του περιορίζοταν μόνο σε αυτά που ξεπετάγονται από μόνα τους από την ευγενή ελληνική γη, όπως βρούβες, ραδίκια κτλ, κοινώς χόρτα (εξ ου και "φυτο"ζωούσε) τα οποία ούτε κοστίζουν, ούτε ανήκουν σε κανένα. Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί τα χόρτα είναι σαφώς πιό τρυφερά από τις πέτρες! Φτώχεια μιλάμε!

Κάποτε, όταν είχε φάει πιά ότι άγριο χόρτο είχε προλάβει να δει το φως της ημέρας στην ευρύτερη περιοχή ΒΙΟΠΑ Κερατέας (καμμιά πενηνταριά μέτρα ανατολικά του Κωσταντάρα, μπορεί και λιγότερα), αναγκάστηκε για να επιβιώσει να φάει και τις ίδιες του τις ρίζες! Γαλλικής καταγωγής το παιδί, δηλαδή ο γύρω στα δώδεκα με δεκατρία νεαρός, με το τραγικό αποτέλεσμα να αντικατασταθεί σιγά σιγά το θηριώδες αλλά σαφέστατα αλσατικό του όνομα Αλαίν Ντελόν, από το πεζό νεοελληνικό Άλλα αντ΄Άλλων. Για λόγους συντομίας θα τον φωνάζουμε "Το πάμφτωχο δωδεκάρι μέχρι δεκατριάρι της Λαυρεωτικής που δεν έχει στον ήλιο μοίρα". Ή να τ΄αφήσουμε καλύτερα ως έχει, λέω εγώ...

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το χριστουγεννιάτικο παραμύθι που περιμένουν οι φανατικοί των εορταστικών μουσιών, να λέμε τα σύκα σύκα ντε, θα ρωτήσουν τώρα οι αδαείς. Έλα ντε! Ελαφρά εκτός θέματος, δεν κάνει ούτε για πρόλογος, τζάμπα ο κόπος. Παμαμτηναρχή λοιπόν!

Μιά φορά και έναν καιρό ζούσε σε μιά χώρα με τρομερές ομοιότητες με την παραπάνω, φτυστές σας λέω, ένας φτωχός αλλά και πεινασμένος νεαρός με τάση στην ταπεινότητα και στην χορτοφαγία. Να μη τα επαναλάβουμε όλα, γαλλικής καταγωγής, εξελληνισμένος μέχρι αρβανίτης του κερατά, τόπος διαμονής περίπου ο ίδιος όπως πάνω. Τι περίπου, ο ίδιος!

Κάτι μου λέει ότι θα επικαλεστώ σε λίγο ένα ελαφρύ κόλλημα, το παραμύθι ρεπετάρει στα ίδια. Μιά τελευταία προσπάθεια.

Πέστε μιά χώρα! Άντε, να το κάνουμε συμμετοχικό το παραμύθι. Τι; Ποιά; Όχι αυτή την χρεωμένη ρε σεις! Άλλη! Τι, αυτήν; Όχι είπα ρε, ούτε καταραμένη θέλουμε. Αφήστε, αφού δεν μας βγαίνει, δεν θα της δώσουμε όνομα. Θα την λέμε Ελλρώπη. Μπα, βρωμάει! Τι θα λέγατε τότε να την βγάζαμε Ευράδα; Τσιμπάει, ναι, δίκιο έχετε. Άλλο.

(Τριανταδύο προσπάθειες αργότερα)

Την αφήσαμε ανώνυμη παιδιά. Που να φτουρίσει η φαντασία στις ανάγκες της καταχρεωμένης εποχής που ζούμε; No-Name-Land το όνομά της λοιπόν, και είμαστε όλοι μας πολίτες της. Ντόπιοι και ξένοι. Και οι ρατσιστές; Τι θα πούνε οι ρατσιστές; Να φάνε τα άντερά τους οι ρατσιστές!

Ζούσε λοιπόν μιά φορά κι΄έναν καιρό στην No-Name-Land ένας άνθρωπος, για λόγους παραμυθιακής σκοπιμότητας δεν θα αναφέρουμε φύλλο, ηλικία και τόπο διαμονής, τρίτη και φαρμακερή τούτη εδώ η προσπάθεια. Θα τον ονομάσουμε χάριν τσαμπουκά No-Name-Man. Kαι για να την σπάσουμε στις παραπάνω δύο αποτυχημένες εμπνεύσεις δεν θα πούμε κουβέντα για τα μασητικά του τεκταινόμενα, και δεν θα αναφέρουμε την παραμικρή γαστρονομική πληροφορία για αυτόν. Πάμε λοιπόν.

Ε αυτός ο άνθρωπος που ζούσε σε αυτήν την χώρα...πεινούσε!

Μπα, δεν βγαίνει ο κόσμος να χαλάσει! Άδικος κόπος. Φτου ρε γαμώτο, ούτε παραμύθια επιτρέπει αυτή η ρουφιάνα η εποχή! Τα μοναδικά που βγαίνουνε αυθόρμητα είναι η ανέχεια, η ανεργία, η ανασφάλεια, η καταστροφή. Κάθε τι όμορφο, κάθε τι ευχάριστο, κάθε λαμπερό και χαρούμενο στριτζώνει τις αρίδες του και δεν λέει να μπει με τίποτα.

Και τι κάνουμε τότε; Να μη πούμε χριστουγεννιάτικα ούτε ένα παραμυθάκι στα μικρά και μεγάλα παιδιά; Να μην αφήσουμε την φαντασία μας να κάνει πιρουέτες πάνω στον ίσκιο της ψυχής μας; Να μην περάσουμε το όνειρο ένα χεράκι χρυσό βερνίκι, να ξεγελάσει λίγο τα θολά μάτια μας;

Όχι, τίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να κάνουμε. Κανένα παραμύθι, τίποτα που προηγείται ή έχει σχέση με τον ύπνο, τίποτα που οδηγεί μακριά από την πραγματικότητα.

Να ξυπνήσουμε πρέπει φίλοι μου! Να ξυπνήσουμε επιτέλους και να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Για να μπορέσουμε να ξαναφτιάξουμε και να ξαναπούμε παραμύθια στα παιδιά μας. Για να απελευθερώσουμε την φαντασία μας από τον φόβο για το σήμερα και τον τρόμο γιά το αύριο. Και για να ξαναπαντρέψουμε τον ύπνο μας με τα όνειρά μας.

Εγερτήριο λοιπόν και χρόνια σας πολλά φίλοι μου. Δικά σας, κατάδικά σας χρόνια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου