14/2/12

Αποζημιώσεις λένε για τις καταστροφές. Καλό ανέκδοτο!

http://1.bp.blogspot.com/_MHosfyiQ9u4/TKxkwJJqo4I/AAAAAAAAPzg/faak2syb9Qk/s1600/%CE%9112.jpg


Μεγάλη πλάκα με τις δήθεν αποζημιώσεις στους ιδιοκτήτες καταστημάτων του κέντρου της Αθήνας, που καταστράφηκαν προχθές από την κουκουλοφόρα αληταρία. Τους έπιασε καΐλα αδερφικής αγάπης και συμπαράστασης τους ρεζίληδες τους υπουργούς και πιάσανε τα αληλούϊα μήπως και κάνει παρθενοραφή η νύφη.

Να δώσουμε τις αποζημιώσεις, να δώσουμε τις αποζημιώσεις, άρχισε να κάνει τον καλόκαρδο και τον συμπονετικό ο φασίστας άνευ κόμματος, υπουργός της κυβέρνησης της τρόϊκας, Μάκης Βορίδης. Τον ακούει ο κόφτης ο Λοβέρδος και...συμφωνεί απόλυτα: Ναι, να τους δώσουμε, λέει! Όπως...δώσαμε και τις αποζημιώσεις για τις καταστροφές του 2008!

Θυμάστε εκείνο το παλιό καλό ανέκδοτο με την χούντα και τον παππού;

Τάζει η χούντα στον λαό λαγούς και πετραχείλια: Όποιος Έλλην έχει ανάγκη από κάτι, να περάσει από το γραφείο του κυρίου Παττακού, να κάνει αίτηση.

Την άλλη μέρα ουρές έξω από το γραφείο του Παττακού. Μπαίνει ο πρώτος, ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και τι θέλεις παιδί μου; ο Παττακός, ένα σπιτάκι σας παρακαλώ κύριε χουντικέ, ο πολίτης. Ωραία, πέρνα την δευτέρα να πάρεις. Δεύτερος. Ένα σπιτάκι παρακαλώ. Την δευτέρα. Τρίτος, ένα σπιτάκι, την δευτέρα, όλοι σπιτάκια. Τελευταίος ήταν ένας παππούλης στα 75. Βαριότανε ο Παττακός, μόλις του είχε φέρει μιά πίτσα ενα τανκς που έκανε ντελίβερυ και ήθελε να την περικυκλώσει, μπαίνει ο παππούς. Σπιτάκι παππού θα πάρεις την δευτέρα και άσε με τώρα να φάω, μη αλλάξω γνώμη και σου κάνω καμμιά φάλαγγα.

Ο παππούς κοντοστάθηκε και άρχισε κάτι να μουρμουρίζει. Τι λε ρε παππού, ρωτάει ο Πάτταξ. Δεν θέλω σπιτάκι αξιωματάρχα, έχω σπιτάκι, ψελλίζει ο γέρων. Και τι θες τότε ρε παππού, ρωτάει ο Πάτταξ με την μισή πίτσα σφηνωμένη ανάμεσα στα δόντια του; Να ξέρετε, απαντάει ο γέρος, παππούς εγώ, η κυρά νεαρά, 25άρα, ζαβή αλλά κόμματος, και όσο νάναι τις θέλει τις τραβηχτικές της ως γυνή, και ένεκα που δεν μου σηκώνεται, ως συνηθίζεται εις τας γεροντικάς τάξεις, καταλαβαίνετε τι ξεραΐλα διανύει το ακατάβρεχτον θήλυ και πολύ θα με υποχρεώνατε κύριε στρατηγέ, αν αντί σπιτίου μοι εδίδατε την προσεχήν δευτέραν μίαν @ούτσαν.

Κουφάθηκε ο τανκσίαρχος! Τάχασε. Αλλά τι να κάνει; Να πει όχι; Αφού λέγανε ότι θα ικανοποιήσουν κάθε ανάγκη του λαού, δεν γινότανε να πει όχι. Έλα την δευτέρα παππού, του λέει και κάνει ντου στην πίτσα.

Έρχεται η δευτέρα, πάει ο πρώτος στον Παττακό για σπίτι, όνομα, ρωτάει ο Παττακός, τάδες απαντάει ο άλλος, δώστου του τάδε μία @ούτσα, λέει στον γραμματέα του ο Παττακός, ο οποίος προφανώς είχε κολλήσει στην πρωτότυπη επιθυμία του παππού. Το ακούει ο πελάτης, βάζει κάτω το κεφάλι και φεύγει στις μύτες. Μόλις βγαίνει από το γραφείο, καταλαβαίνει ο παττακός το τραγικό λάθος του και πετάγεται σαν παλαβός μήπως τον προλάβει. Τον βλέπει ο Παπαδόπουλος που καθόταν δίπλα και έσπαγε πλάκα με τη φάση και του λέει: Που πα ρε Παττάτα; Να προλάβω τον άνθρωπο που ήρθε για σπιτάκι και του έδωσα @ούτσα, απαντάει ο Παττακός. Άσε ρε Παττακέ, γελάει ο Παπαδόπουλος, κάτσε κάτω, άστονα, και οι άλλοι @ούτσες θα πάρουνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου